
Και δεν χωράμε σε καμία χωροχρονική πατρίδα.Καμία ανάγκη δεν βεβήλωσε την σκέψη απέιρων κυτταρικών αναταράξεων ύλης που σαπίζει μες την ηρεμία μιας κακόγουστης καταιγιστικής τελετής από δημιουργίες κοινότυπων κουρελιών ξεσκισμένων εξ ύφανσης μες το άπειρο του τίποτα. Φοβάμαι τα μάτια σου όταν παίρνουν κάτι από την φλόγα. Απελπισία μιας ύπαρξης κενής μες σε ξεφτίσματα παραγκωνισμένων ονείρων που πνιγήκαν από πρόσκαιρες βεβαιώσεις στιγμιαίων θανάτων. Πορτρέτα βίαια γαλήνιων κεκαλυμένων χρησμών που λεν πως δίκαια ξεσκίστηκε από πάνω σου η ελπίδα.Θέλω να πεθάνω στην αγκαλιά μιας ατελείωτης σιωπής που καταδυναστεύει τον ύπνο μου.Τα όνειρα της εξιλέωσης δεν ήρθαν και πασχίζουμε να βρούμε την ανάσα μέσα από λάθη τόσο τραγικά όσο η ύπαρξη. Πώς άντεξα την ταυτότητα χλωμού κελιού γλυκιάς συναισθησίας μέσα από τύψεις ξεχασμένων ευχών που σχίζουν τα σωθικά από επιθυμία; Νήματα ξένα,όχι της δικής σου της ζωής μα κάποιου άλλου που μονίμως πλησιάζει μα δεν τον είδες.Είχε την όψη του καθρέφτη,όπου κάποιο μίσος τον αναγκασε να ζήσει τις χειρότερες στιγμές του.Κι είναι βαρύς,ασήκωτος σαν βράχος στο λαιμό πνιχτών καυγών μες το σκοτάδι.Ακόλαστο ξέφτισμα νημάτων που κόβεις με τα νύχια μήπως και σε προλάβει ο ήλιος.Βιάσου.
