Νεα σελιδα και γυριζει αργα. Δοκιμασμενες εξοδοι κινδυνου και παλι φευγεις απο το παραθυρο. Σου λειπουν αυτα που εδιωχνες και η απουσια ποναει. Δεν θα υπαρξει δευτερη ευκαιρια στο χα πει.Φευγεις αλλα σ' ακολουθει η σκια σου. Και μενουν μαζι σου οι φοβοι σου. Ο χρονος δεν γυριζει πισω. Δεν υπηρξε ποτε ευγενικος με μας και στο χα πει πως θα χαθουμε. Μα θα με βρεις κατω απ το αγιοκλιμα. Σκιες που τρεχουν στην ομιχλη και βηματα καταραμενων ποιητων που πεθαναν προσπαθωντας να την αγγιξουν πριν χαθει και παρει μαζι της αυτον τον τοπο. Και ειναι μαυρος και κρυος. Aλλα ετσι δεν ηταν κι αυτο που καποτε ειπες σπιτι; Γεφυρες αναστεναγμων που κρυβουν μεσα τους μυθους μιας αλλης εποχης οπου οι δρακοι ηταν οι μονοι σου φοβοι μες το σκοτος και η μαγεια εφικτη μες απο τα αναθυμιασματα αλχημιστων της υπαρξης. Εκτασεις καταπρασινης βουβης περισυλλογης και μια βαρια ανασα. Γυρνας. Μια φιγουρα στεκεται εκει που πριν ενα λεπτο εβλεπες ολο τον Χρονο. Ματια θολα και σκοτεινα.Το ξερεις ηδη πριν μιλησει.Αν δεν ξεφυγεις απο δω γινεσαι ενα με την ληθη.Χανεις τα λογια σου στο προσωπο μιας αληθειας και το χαμογελο σου κρυβει ψεμα.Εφτασες στον πατο για να βρεις την ετυχια να σε περιμενει εκει που ηταν παντα. Διπλα σου.Δειλε.Γυρνα πισω. Στο φως που παντα ξημερωνει αλλα διαλεγεις να σαι αλλου.Θυμασε εκεινο το βραδυ; Ηθελες να μιλησεις αλλα δεν μπορουσες. Ηθελες να πας αλλα φοβοσουν να το πεις.Τα λαθη λενε δημιοργουν τειχη. Κι ομως σε φωναξε. Στο χα πει ειναι αργα. Δεν με ακουσες. Ψελλισες κατι για αναγκη, τρυφεροτητα, αγαπη και εφυγες στο πληθος.Σε εχαριστω που δεν με ακουσες.
Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010
Μια ιστορια
Νεα σελιδα και γυριζει αργα. Δοκιμασμενες εξοδοι κινδυνου και παλι φευγεις απο το παραθυρο. Σου λειπουν αυτα που εδιωχνες και η απουσια ποναει. Δεν θα υπαρξει δευτερη ευκαιρια στο χα πει.Φευγεις αλλα σ' ακολουθει η σκια σου. Και μενουν μαζι σου οι φοβοι σου. Ο χρονος δεν γυριζει πισω. Δεν υπηρξε ποτε ευγενικος με μας και στο χα πει πως θα χαθουμε. Μα θα με βρεις κατω απ το αγιοκλιμα. Σκιες που τρεχουν στην ομιχλη και βηματα καταραμενων ποιητων που πεθαναν προσπαθωντας να την αγγιξουν πριν χαθει και παρει μαζι της αυτον τον τοπο. Και ειναι μαυρος και κρυος. Aλλα ετσι δεν ηταν κι αυτο που καποτε ειπες σπιτι; Γεφυρες αναστεναγμων που κρυβουν μεσα τους μυθους μιας αλλης εποχης οπου οι δρακοι ηταν οι μονοι σου φοβοι μες το σκοτος και η μαγεια εφικτη μες απο τα αναθυμιασματα αλχημιστων της υπαρξης. Εκτασεις καταπρασινης βουβης περισυλλογης και μια βαρια ανασα. Γυρνας. Μια φιγουρα στεκεται εκει που πριν ενα λεπτο εβλεπες ολο τον Χρονο. Ματια θολα και σκοτεινα.Το ξερεις ηδη πριν μιλησει.Αν δεν ξεφυγεις απο δω γινεσαι ενα με την ληθη.Χανεις τα λογια σου στο προσωπο μιας αληθειας και το χαμογελο σου κρυβει ψεμα.Εφτασες στον πατο για να βρεις την ετυχια να σε περιμενει εκει που ηταν παντα. Διπλα σου.Δειλε.Γυρνα πισω. Στο φως που παντα ξημερωνει αλλα διαλεγεις να σαι αλλου.Θυμασε εκεινο το βραδυ; Ηθελες να μιλησεις αλλα δεν μπορουσες. Ηθελες να πας αλλα φοβοσουν να το πεις.Τα λαθη λενε δημιοργουν τειχη. Κι ομως σε φωναξε. Στο χα πει ειναι αργα. Δεν με ακουσες. Ψελλισες κατι για αναγκη, τρυφεροτητα, αγαπη και εφυγες στο πληθος.Σε εχαριστω που δεν με ακουσες.
Σάββατο 14 Αυγούστου 2010
Υφάσματα

Και δεν χωράμε σε καμία χωροχρονική πατρίδα.Καμία ανάγκη δεν βεβήλωσε την σκέψη απέιρων κυτταρικών αναταράξεων ύλης που σαπίζει μες την ηρεμία μιας κακόγουστης καταιγιστικής τελετής από δημιουργίες κοινότυπων κουρελιών ξεσκισμένων εξ ύφανσης μες το άπειρο του τίποτα. Φοβάμαι τα μάτια σου όταν παίρνουν κάτι από την φλόγα. Απελπισία μιας ύπαρξης κενής μες σε ξεφτίσματα παραγκωνισμένων ονείρων που πνιγήκαν από πρόσκαιρες βεβαιώσεις στιγμιαίων θανάτων. Πορτρέτα βίαια γαλήνιων κεκαλυμένων χρησμών που λεν πως δίκαια ξεσκίστηκε από πάνω σου η ελπίδα.Θέλω να πεθάνω στην αγκαλιά μιας ατελείωτης σιωπής που καταδυναστεύει τον ύπνο μου.Τα όνειρα της εξιλέωσης δεν ήρθαν και πασχίζουμε να βρούμε την ανάσα μέσα από λάθη τόσο τραγικά όσο η ύπαρξη. Πώς άντεξα την ταυτότητα χλωμού κελιού γλυκιάς συναισθησίας μέσα από τύψεις ξεχασμένων ευχών που σχίζουν τα σωθικά από επιθυμία; Νήματα ξένα,όχι της δικής σου της ζωής μα κάποιου άλλου που μονίμως πλησιάζει μα δεν τον είδες.Είχε την όψη του καθρέφτη,όπου κάποιο μίσος τον αναγκασε να ζήσει τις χειρότερες στιγμές του.Κι είναι βαρύς,ασήκωτος σαν βράχος στο λαιμό πνιχτών καυγών μες το σκοτάδι.Ακόλαστο ξέφτισμα νημάτων που κόβεις με τα νύχια μήπως και σε προλάβει ο ήλιος.Βιάσου.
Τρίτη 1 Ιουνίου 2010
Κοίτα στα μάτια
Και ξέρεις? Έχω πρόβλημα με το λίγο.Δεν μπορώ τους μίζερους ανθρώπους.Αυτούς που γελάνε λίγο αγαπάνε λίγο ζούνε λίγο.Ζείς μια φορά.Ζήσε στα όρια.Δώσε αλλά μην ξεχάσεις ποτέ να πάρεις και κάτι για τον εαυτό σου. Τι φοβάσαι? Δώσε τα πάντα σαν να μην έχεις τίποτα να χάσεις, κι όταν τα χάσεις όλα χαμογέλα γιατί εσύ θα χεις κερδίσει.Και έχεις κερδίσει ράματα χιλιάδες.

Και βρίσκω πάλι τον εαυτό μου να ξεσπά στο χαρτί. Συνηθισμένο το χέρι να φωνάζει αυτά που δεν μπορεί η γλώσσα.Με ξεκουφαίνουν κραυγές που δεν έβγαλα ποτέ. Δεν διάλεξα την σιωπή, αυτή με διάλεξε. Με φίμωσαν ξανά και ξανά τόσες φορές που φοβάμαι να μιλήσω.Και όταν μιλώ κάθε μου λέξη επιστρέφει σαν μαχαίρι. Κι όμως θέλω να μιλήσω.Άκουσε με.Κι αν δεν ακούς τα λόγια μου γιατί έχω ξεχάσει πια να ζω, δες με στα μάτια.Ποιο ψέμα μας δένει ξανά?

Και βρίσκω πάλι τον εαυτό μου να ξεσπά στο χαρτί. Συνηθισμένο το χέρι να φωνάζει αυτά που δεν μπορεί η γλώσσα.Με ξεκουφαίνουν κραυγές που δεν έβγαλα ποτέ. Δεν διάλεξα την σιωπή, αυτή με διάλεξε. Με φίμωσαν ξανά και ξανά τόσες φορές που φοβάμαι να μιλήσω.Και όταν μιλώ κάθε μου λέξη επιστρέφει σαν μαχαίρι. Κι όμως θέλω να μιλήσω.Άκουσε με.Κι αν δεν ακούς τα λόγια μου γιατί έχω ξεχάσει πια να ζω, δες με στα μάτια.Ποιο ψέμα μας δένει ξανά?
CO2

Μια μελωδία απλώνεται στην πόλη των νεκρών μέσα από εκφάνσεις άρρωστες ψυχοτρόπων βημάτων από ζευγάρια που τα μάτια τους τρέμουν να αναγνωρίσουν ρομαντικά μουδιασμένες ξυλοφωνικές στιγμές πορφυρόκτιστων στρωμάτων μέσα απο μια πόλκα αμείλικτη που ξεσκεπάζει την ψυχή σου.Κι είναι παγίδα η ελευθερία σε ένα κηνυγητό μόνιμα να ξεφύγεις από το "κάτι" φυλακίζοντας τον εαυτό σου στην πορεία σε χιλιάδες νεοσύστατους τρόπους υποδούλωσης.Και λικνίζεις τα γυμνά σου πόδια στο αλάτι, μοναδικοί χορεύτες με προδιαγραφές εκατομμυρίων θανάτων που ζουν για να σου δειχνουν πως είσαι άνθρωπος.Φωσφορικά φιλιά ονείρων όπου πεθάναν μεσα σε σκέψεις χαραμισμένες μες τα χάπια υποσχέσεων που σου δώσαν πριν μάθεις το αντίτιμο. Σταματας να νιώθεις την επιθυμία παρά μόνο το άγγιγμα μπουκαλιών που ψυχοραγούν σε ξύλινα πατώματα πεσμένων απ τον θρόνο τους αγγέλων που αρνηθήκαν την ζωή για χάρη μουσών με πέπλα από δανδέλα και μετάξι,νωχελικές και σαρκοβόρες.Η τρικυμία της ζάλης που σε ρίχνει στα πόδια σου στην μέση ενός κυκλώνα που σε τραβάει στο τέλος ενώ ποτέ δεν είδες την αρχή. Και μεις εκθέματα σε ένα βωμό αποσύνθεσης της σκέψης να τρέχουμε πίσω από εκπνοές αναζητώντας την ύστατη.
*Η εκπνοή είναι μια λειτουργία της αναπνοής μαζί με την εισπνοή.Κατά την εκπνοή ο αέρας βγαίνει έξω από το σώμα μας αφού οι κυψελίδες πάρουν το οξυγόνο που χρειάζονται και αποβάλλουν το διοξείδιο του άνθρακα.
Παρασκευή 16 Απριλίου 2010
Κουρέλια

Ζεις το σήμερα με την ελπίδα να κερδίσεις το αύριο.Κομμάτια καρφωμένα σε κολάζ από στάσεις σε ένα κυκλικό ταξίδι που πάει μόνο ευθεία.Ο διαβήτης θα κάνει πολλές στροφές πριν κλείσει. Μα με δυο κινούμενα πόδια δεν ανθίζει τίποτα παρά κουρελιασμένες εκφάνσεις στιβαγμένων ονείρων, απρόσιτων και παράξενων και οι πυξίδες έχουν κολλήσει στις κρύες νύχτες κάποιου βορεινού Γενάρη.Διαλείμματα απ την ζωή.Ένας χρόνος, δύο..Κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας ότι άμα κρατιόμαστε αρκετά δυνατά η κλωστή δεν θα σπάσει. Όπως τότε που χα πει πως πρέπει να φύγω και με έσφιξες τόσο σφιχτά σαν να θελες εκείνη την στιγμή να γίνουμε ένα και οι αναπνοές μας σχεδόν το χαν καταφέρει.Γύρισα το βλέμμα να μην με δεις να δακρύζω και με κράτισες ακόμη πιο κοντά λες και η ζωή σου εξαρτιόταν απ αυτό. Ξανακύλισα.
Τετάρτη 14 Απριλίου 2010
7-12-08

Και βλέπεις την ζώη σου όλη να περνά σε άσπρο τείχο σαν ταινία.Και βλέπεις εκεί πιο καθαρά πράγματα ανθρώπους καταστάσεις.Κι ο τείχος μπρος σου παίρνει μορφή.σε κρίνει σαν πατέρας.Μιας χαμένης κι άχαρης ζωής,μιας μαναξιάς ανείπωτης θαρρείς κριτής, μα στήριγμα για όταν θα ξεσπάσεις.Ώρες ατέλειωτες εκεί εναποθέτεις την ψυχή σου,ώρες που κλείνουν μέσα τους κάτι από την οργή σου.Δεν θα τελειώσει έτσι.Θα αποδράσεις.Το φως σε περιμένει στην γωνία.Μα το σκοτάδι αυτό δεν θα ξεχάσεις.Αιώνια για σένα τιμωρία.Και βάλσαμο.Για κάθε απόφαση δύσκολη που θα κληθείς να πάρεις, για κάθε αδύναμη στιγμή που πίσω εκεί σε φέρνει.Κι όταν από την μάχη δαύτη κουραστείς κι αποκαμωμένος γείρεις,ξέρεις θα σε σκεπάσει μες την νύχτα σαν παιδί όποιος κουράγιο δίνεις.Και κρύβοντας το δάκρυ σου στην άβυσσο του ύπνου,διαλείμματα κάνεις απ την ζώη ώσπου να ξημερώσει.Γιατί κι η γάτα στο κλουβί θηρίο μοιάζει,αγρίμι ανήμερο..χαράζεται, χαράζει..νύχια σπασμένα,παραιτήται.. αργοπεθαίνει,μα η τελευταία της πνοή καινούργια ελπίδα. Δεν τελειώνει έτσι η ζώη,άπλα μικραίνει. Δεν θα τελειώσω έτσι και γω.Απλά θα φύγω. Μια καινούργια μέρα κάπου περιμένει...
Εθισμός
Κρυσταλλική όψη μιας αναγκαιότητας θολής, ενός εθισμού που θα πρεπε να χε πνιγεί από την γέννα του. Ξεφεύγεις και ακόμα πάλι ο οργανισμός σου ώρες ώρες το αποζήτα, γλυκιά η μέθη του χαμού του...μαζί του θα χανόσουνα στις πιο βαθιές αβύσσους,ανώριμα ώριμες ματιές που καιν τα σωθικά σου,πάθη που δεν γνωρίζουνε όρια και κανόνες.Όταν το λάθος γίνεται σωστό και αντίρρηση δεν φέρεις ξέρεις εσύ είσαι ο νικητής, ο χαμένος, ο δεσμώτης, το κοράκι.
Κι είπες ποτέ ξανά.Κι είπες έχω κάνει βήματά μπροστά.Κι είπες ξέχασα.Κι είπες πολλά...
...
---------------------------------------
Ζούμε στην γένια του prozac, αλλά αυτό που μας σκοτώνει είναι τα ίδια μας τα όνειρά.Πως καταφέραμε να φτάσουμε στο σημείο που είναι επικίνδυνο το να ονειρεύεσαι?Να ελπίζεις?Να ζεις,να γέλας, να απογοητεύεσαι, να ξαναρχίζεις, να ξαναπέφτεις?Θέλουμε ζωές άπλες.Διλήμματα δεν χωράν στην κενή υπαρξή μας.Χάσαμε την ικανότητα μας να αισθανόμαστε.Φοβόμαστε κάθε ανθρώπινη ιδιότητα μας.Κλεισμένοι σε χρυσοποίκιλτα κλουβιά φτιαγμένα από μας τους ίδιους.
Κι είναι κελί η μοναξιά, συνταξιδιώτης.Γιατί οι άνθρωποι που ζουν, αυτοί πεθαίνουν.Κι άμα τύχει θα τους δεις να αυτοκτωνούν,την ανία της ζωής αν δεν αντέξουν.Άνθρωποι που αν τους φυλακίσεις αργοπεθαίνουν.Η αδρεναλίνη η τροφή και το νερό τους.Μες την φωτιά οι μονοί που παλεύουν.Και μακαρίζουν κάθε έγκαυμά τους.Κι όταν δύο φλόγες σαν αυτές συναντιθούν από την έκρηξη ποτέ δεν επιζούνε.
--------------------
Σαν το νερό με την φωτιά...με σκοτώνεις σκοτώνοντας σε.
Κι είπες ποτέ ξανά.Κι είπες έχω κάνει βήματά μπροστά.Κι είπες ξέχασα.Κι είπες πολλά...
...
---------------------------------------
Ζούμε στην γένια του prozac, αλλά αυτό που μας σκοτώνει είναι τα ίδια μας τα όνειρά.Πως καταφέραμε να φτάσουμε στο σημείο που είναι επικίνδυνο το να ονειρεύεσαι?Να ελπίζεις?Να ζεις,να γέλας, να απογοητεύεσαι, να ξαναρχίζεις, να ξαναπέφτεις?Θέλουμε ζωές άπλες.Διλήμματα δεν χωράν στην κενή υπαρξή μας.Χάσαμε την ικανότητα μας να αισθανόμαστε.Φοβόμαστε κάθε ανθρώπινη ιδιότητα μας.Κλεισμένοι σε χρυσοποίκιλτα κλουβιά φτιαγμένα από μας τους ίδιους.
Κι είναι κελί η μοναξιά, συνταξιδιώτης.Γιατί οι άνθρωποι που ζουν, αυτοί πεθαίνουν.Κι άμα τύχει θα τους δεις να αυτοκτωνούν,την ανία της ζωής αν δεν αντέξουν.Άνθρωποι που αν τους φυλακίσεις αργοπεθαίνουν.Η αδρεναλίνη η τροφή και το νερό τους.Μες την φωτιά οι μονοί που παλεύουν.Και μακαρίζουν κάθε έγκαυμά τους.Κι όταν δύο φλόγες σαν αυτές συναντιθούν από την έκρηξη ποτέ δεν επιζούνε.
--------------------
Σαν το νερό με την φωτιά...με σκοτώνεις σκοτώνοντας σε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
