Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Κουρέλια


Ζεις το σήμερα με την ελπίδα να κερδίσεις το αύριο.Κομμάτια καρφωμένα σε κολάζ από στάσεις σε ένα κυκλικό ταξίδι που πάει μόνο ευθεία.Ο διαβήτης θα κάνει πολλές στροφές πριν κλείσει. Μα με δυο κινούμενα πόδια δεν ανθίζει τίποτα παρά κουρελιασμένες εκφάνσεις στιβαγμένων ονείρων, απρόσιτων και παράξενων και οι πυξίδες έχουν κολλήσει στις κρύες νύχτες κάποιου βορεινού Γενάρη.Διαλείμματα απ την ζωή.Ένας χρόνος, δύο..Κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας ότι άμα κρατιόμαστε αρκετά δυνατά η κλωστή δεν θα σπάσει. Όπως τότε που χα πει πως πρέπει να φύγω και με έσφιξες τόσο σφιχτά σαν να θελες εκείνη την στιγμή να γίνουμε ένα και οι αναπνοές μας σχεδόν το χαν καταφέρει.Γύρισα το βλέμμα να μην με δεις να δακρύζω και με κράτισες ακόμη πιο κοντά λες και η ζωή σου εξαρτιόταν απ αυτό. Ξανακύλισα.

Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

7-12-08


Και βλέπεις την ζώη σου όλη να περνά σε άσπρο τείχο σαν ταινία.Και βλέπεις εκεί πιο καθαρά πράγματα ανθρώπους καταστάσεις.Κι ο τείχος μπρος σου παίρνει μορφή.σε κρίνει σαν πατέρας.Μιας χαμένης κι άχαρης ζωής,μιας μαναξιάς ανείπωτης θαρρείς κριτής, μα στήριγμα για όταν θα ξεσπάσεις.Ώρες ατέλειωτες εκεί εναποθέτεις την ψυχή σου,ώρες που κλείνουν μέσα τους κάτι από την οργή σου.Δεν θα τελειώσει έτσι.Θα αποδράσεις.Το φως σε περιμένει στην γωνία.Μα το σκοτάδι αυτό δεν θα ξεχάσεις.Αιώνια για σένα τιμωρία.Και βάλσαμο.Για κάθε απόφαση δύσκολη που θα κληθείς να πάρεις, για κάθε αδύναμη στιγμή που πίσω εκεί σε φέρνει.Κι όταν από την μάχη δαύτη κουραστείς κι αποκαμωμένος γείρεις,ξέρεις θα σε σκεπάσει μες την νύχτα σαν παιδί όποιος κουράγιο δίνεις.Και κρύβοντας το δάκρυ σου στην άβυσσο του ύπνου,διαλείμματα κάνεις απ την ζώη ώσπου να ξημερώσει.Γιατί κι η γάτα στο κλουβί θηρίο μοιάζει,αγρίμι ανήμερο..χαράζεται, χαράζει..νύχια σπασμένα,παραιτήται.. αργοπεθαίνει,μα η τελευταία της πνοή καινούργια ελπίδα. Δεν τελειώνει έτσι η ζώη,άπλα μικραίνει. Δεν θα τελειώσω έτσι και γω.Απλά θα φύγω. Μια καινούργια μέρα κάπου περιμένει...

Εθισμός

Κρυσταλλική όψη μιας αναγκαιότητας θολής, ενός εθισμού που θα πρεπε να χε πνιγεί από την γέννα του. Ξεφεύγεις και ακόμα πάλι ο οργανισμός σου ώρες ώρες το αποζήτα, γλυκιά η μέθη του χαμού του...μαζί του θα χανόσουνα στις πιο βαθιές αβύσσους,ανώριμα ώριμες ματιές που καιν τα σωθικά σου,πάθη που δεν γνωρίζουνε όρια και κανόνες.Όταν το λάθος γίνεται σωστό και αντίρρηση δεν φέρεις ξέρεις εσύ είσαι ο νικητής, ο χαμένος, ο δεσμώτης, το κοράκι.
Κι είπες ποτέ ξανά.Κι είπες έχω κάνει βήματά μπροστά.Κι είπες ξέχασα.Κι είπες πολλά...
...
---------------------------------------

Ζούμε στην γένια του prozac, αλλά αυτό που μας σκοτώνει είναι τα ίδια μας τα όνειρά.Πως καταφέραμε να φτάσουμε στο σημείο που είναι επικίνδυνο το να ονειρεύεσαι?Να ελπίζεις?Να ζεις,να γέλας, να απογοητεύεσαι, να ξαναρχίζεις, να ξαναπέφτεις?Θέλουμε ζωές άπλες.Διλήμματα δεν χωράν στην κενή υπαρξή μας.Χάσαμε την ικανότητα μας να αισθανόμαστε.Φοβόμαστε κάθε ανθρώπινη ιδιότητα μας.Κλεισμένοι σε χρυσοποίκιλτα κλουβιά φτιαγμένα από μας τους ίδιους.

Κι είναι κελί η μοναξιά, συνταξιδιώτης.Γιατί οι άνθρωποι που ζουν, αυτοί πεθαίνουν.Κι άμα τύχει θα τους δεις να αυτοκτωνούν,την ανία της ζωής αν δεν αντέξουν.Άνθρωποι που αν τους φυλακίσεις αργοπεθαίνουν.Η αδρεναλίνη η τροφή και το νερό τους.Μες την φωτιά οι μονοί που παλεύουν.Και μακαρίζουν κάθε έγκαυμά τους.Κι όταν δύο φλόγες σαν αυτές συναντιθούν από την έκρηξη ποτέ δεν επιζούνε.

--------------------

Σαν το νερό με την φωτιά...με σκοτώνεις σκοτώνοντας σε.

Μούδιασμα

Άσε τον κόσμο να μουδιάσει στα ακροδάχτυλα της νύχτας και την μορφή μας να γεράσει όταν θα έρθει το πρωί.
Νεκρές εικόνες αυτοπροβαλόμενης ικανοποίησης αναζητούν εμπνευστή στην φωνή σου,που οι παλμοί της αγγίζουν με χτύπους τόσο κέρινους τις μελανές ιδέες αρρωστημένων από σύννεφα καιρών,χαιρέκακων,καχεκτικών και φιλολάγνων.
Άσε με να γεράσω από τις εικόνες μιας ζωής που νόμιζα θα ξεπεράσω.Μα οι ασπρόμαυρες ταινίες μένουν αναλλοίωτες στον χρόνο,σαν είδωλα απαγορευμένα παγανιστικών θεών.

Όπου χρώμα δεν υπάρχει δεν μπορεί να ξεθοριάσει.

Όπιο και Μέλι

Κύματα απροσανατολισμένης αθωότητας που ξεγλιστρούν πίσω από συννεφιασμένα βλέμματα. Ανδρίκελα ενός εαύτου που δεν γνωρίζει την αμφιβολία μοναχά την βιώνει. Σοβαροφάνειας πέπλο, η αλαζονεία της φαιδρότητας, κι όλο αυτό εσύ. Κερματισμένες ανάσες που βγαίνουν πνιχτές. Ανίερες εικόνες σακατεμένων ουρανών που το ευήμερο κράτισε χρόνια ζωντανεύουν. Υπόκωφα γέλια λάγνων καιρών που πλανέυουν ακόμη και τα αυτιά που ξέρουν να αφουγκράζονται. Γέρασες περιμένοντας να ζήσεις. Ξεχάστηκες, και τώρα στην θέα του καθρέφτη απορείς.

Γιατί?

Παγωμένα χέρια, ασταθή, με την βεβιασμένη σιγουριά που δίνουν οι τελευταίοι κόκκοι μιας κλεψύδρας γατζώνονται σε αόρατα δίχτυα ασφάλειάς. Φυσαλίδες ζωής δείχνουν τον δρόμο μιας ασφαλούς επιστροφής. Μοναδικό εμπόδιο η λήθη που σ' αναγκάζει στο ίδιο να γυρίζεις σταυροδρόμι, κι ο υποβολέας που κάποτε ονόμασες συνείδηση σωπαίνει. Κρυσφύγετο τα βράδια μία αγκαλιά, σε αλλά μάτια να κρύψεις τα δικά σου. Από τις αλάνες μιας κατεστραμένης παιδικότητας στους τσιμεντόλιθους μιας άγονης εφηβείας, άπλα και μόνο για να φτάσεις να απορείς αν όντως μετράει περισσότερο το ταξίδι από την λύτρωση του προορισμού.

Οριακές αποδράσεις βασιζόμενες σε ρίσκα τόσο αναξιόπιστα όσο εσύ ο ίδιος. Και μπροστά στο πρόσωπο της τρέλας ρίχνεσαι με μανία που αγγίζει τα όρια της παράνοιας, μιας παράνοιας ξαναμένης από προσποιητούς αναστεναγμούς πανομοιότυπων φωνών μες το μυαλό σου που κραυγάζουν. Ξοφλιμένα σχεδία πεθαίνουν στην γέννησή τους, παραμορφωμένα και τερατώδη για το φως αυτού του κόσμου. Μα για τα τεκνά τα νεκρά σου δεν θρηνείς, τα κρύβεις. Όπως και τα παιχνίδια του μυαλού σου στο χαρτί. Κι όσα δεν του πες δεν κατάλαβε ποτέ.

Κιτρινισμένα ακροδάχτυλα που ψιλαφούν σάρκες λευκές, νυκτολούλουδα που τα πέταλα τους μαραμένα πλέον μαρτυρούν περασμένα μεγαλεία και τώρα σάβανο μιας στεγνωμένης ψυχής που απόκαμε και γέρνοντας στον ωμό του εναποθέτει εκεί όνειρά και ελπίδες. Και έπειτα δαγκώνοντας τα χείλη πάλι φεύγει. Κυνηγιμένος δραπέτης με τάσεις επιστροφής. Στ' αλήθεια κλέβεις αυτό που δεν έχεις ή αυτό που δεν φτάνεις? Το κύμα ξέβρασε φωτιά. Κρατά με λίγο ακόμη.

----

Μαριναρισμένες αντιλήψεις με ιδέες σκονισμένες πολιορκούν άφταστα όνειρά. Κι αυτά στα χαρακώματα γέλουν με μένος και θεριεύουν.

Άμμος

Πικρόχολοι κόκκοι άμμου που διαβρώνουν λυσσαλαία εικόνες πλασματικής ηρεμίας φτιαγμένης από ανθυποβαλόμενες δόσεις κλεμμένης ζωής. Σταυροδρόμι που διασχίζεις με μάτια δεμένα από ανασφάλειες και φόβους που ερωτικά σου γνέφουν στον γκρεμό. Σαν την ζέση μιας πληρωμένης αγκαλιάς πιο αληθινής από κάθε ανθρώπινό δεσμό ευήμερο, καχεκτικό, εγωιστικά πλασμένο. Κι ύστερα χάθηκε. Ζαλάδα χιλίων αναλγητικών, η ελαφρότητα της εύκολης φυγής των αυτοκαταστροφικών πρωινών της ζωής σου που πρόλαβαν να γίνουν βράδια γιατί δείλιασες.Το μειδίαμα του αντικατοπτρισμού πιο προφανές χλευάζει μορφασμούς του αύριο και σαγηνεύεσαι βλέποντάς μες την μορφή σου την μορφή του.

Είναι της θολούρας η καθαρότητα που σε αφοπλίζει αφήνοντάς την σιωπή μοναδικό ομιλητή σε παράσταση ενός στασίμου. Κι είναι το τρακ μπρος στο κοινό που παραλύει.Χαμένα λογία σε παράσταση βουβή όπου επαναλαμβάνεται μία πρόταση μοναχά χωρίς ποτέ να ειπωθεί.

Καρέ ταινίας από αλλιωμένο φιλμ που ξεθοριάζει κάθε φορά που ξαναπαίζει,κομμένο και ραμμένο από ηλιόλουστες μέρες ζοφερών υποσείδητων ορμών προσκολλημένων σε αερόσακους που ανοίξαν πριν βάλεις την ζώνη και σε σκότωσαν.

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

Της R'lyeh τείχη

Δεν ξέρω πως να το αρχίσω.Το μόνο που ξέρω να γράφω είναι ακατανόητα συντεριασμένες λέξεις που προσπαθούν μάταια να περιγράψουν ένα χάος συναισθημάτων σκέψεων και φόβων τόσο προσκολλημένων στο υποσυνείδητο μου που κάθε φορά που προσπαθώ βγαίνουν πνιχτά,σχεδόν κωμικά αντίτυπα αυτών που αρχικά σκεφτόμουν.

Αλλά η προσπάθεια μετράει έτσι?

Τι νόημα έχει να σου πω πως έχεις δίκιο.Δεν θα αλλάξει κάτι.Το να απευθυνθώ στον εγωισμό σου καταδεινύοντας το λάθος μου το μόνο που αποδεικνύει είναι ποσό απελπισμένα το έχω ανάγκη.

Φοβάμαι τρέμω και απομακρύνομαι από άτομα και καταστάσεις που δεν ελένχω.Στο χα πει.Με τρομάζεις.Έφτιαξα ένα ασφαλές καταφύγιο,αναπαύθηκα σε αυτό γιατί έτσι πίστευα πως διατηρούσα μία ισορροπία.Ναι το χα σκεφτεί χιλιάδες φορές.Έπαιζα με την σκέψη όπως ο ασθενής με την μορφίνη.Με κάθε δόση μεγαλώνει η ανάγκη.Σπασμωδικές κινήσεις fφυγής που με φέρνουν γονατιστή στα ποδιά της.Κι όσο λέω φεύγω τόσο εκείνη με κρατάει,από δικό της εγωισμό,γιατί δεν ξέρει αν θέλει να φυλακίσει το μυαλό μου ή έμενα.

Τείχη κυκλώπεια, της R'lyeh τείχη όπου κοιμούνται άγνωστες πτυχές ανακατασκευασμένων από την φαντασία ξαναζεσταμένων ωρών.

Δεν σε άφησα εγώ να μπεις.Μπήκες.Βρες την έξοδο μονός... Η μείνε...

Μείνε.

Η κακή αρχή είναι το ήμιση του τίποτα

Το να αγαπάς δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία απλή διαφωνία μέσα σε δύο χρώματα.Είναι όταν κάτι είναι μαύρο,ξέρεις ότι είναι μαύρο,αλλά επιμένεις να το βλέπεις άσπρο.Και όσο λογικά κι αν σου εξηγήσει κάποιος ότι αυτό είναι μαύρο εσύ να κοιτάς το μαύρο και να λες..μα δεν είναι άσπρο;Γιατί δεν είναι δυνατόν να ναι κάτι διαφορετικό από άσπρο κι ας είναι μαύρο.Και να εκνευρίζεσαι με όσους το λένε μαύρο γιατί είναι άσπρο το μαύρο σου και δεν θα μπορούσε να ναι τίποτα άλλο γιατί εσύ ξέρεις καλύτερα ότι το μαύρο είναι στ' αλήθεια άσπρο κι ας είναι μαύρο.Και άντε να κάνεις μία παραχώριση και να βάλεις λίγο γκρι.Δεν παύει να μην έχει χάσει το άσπρο του.Οπότε για κανένα λόγο δεν παύει να λέγεται ακόμη άσπρο και όχι μαύρο. Κι αν είναι στ' αλήθεια μαύρο γιατί έχει τα χαρακτηριστικά του άσπρου?Γιατί αν δεν ήταν άσπρο ποιος ο λόγος να επιμένουν τα μάτια σου να το βλέπουν άσπρο.Τέλος.Είναι άσπρο το μαύρο.Γιατί μπορεί να ναι μαύρο αλλά εσύ ξέρεις πως στ αλήθεια ήθελε να ναι άσπρο.Δεν θα σε πείσει κάνεις πως το μαύρο δεν είναι άσπρο.Αυτοί δεν το βλέπουν. Μα είναι άσπρο δεν το βλέπεις?