Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

Μια ιστορια

Νεα σελιδα και γυριζει αργα. Δοκιμασμενες εξοδοι κινδυνου και παλι φευγεις απο το παραθυρο. Σου λειπουν αυτα που εδιωχνες και η απουσια ποναει. Δεν θα υπαρξει δευτερη ευκαιρια στο χα πει.Φευγεις αλλα σ' ακολουθει η σκια σου. Και μενουν μαζι σου οι φοβοι σου. Ο χρονος δεν γυριζει πισω. Δεν υπηρξε ποτε ευγενικος με μας και στο χα πει πως θα χαθουμε. Μα θα με βρεις κατω απ το αγιοκλιμα. Σκιες που τρεχουν στην ομιχλη και βηματα καταραμενων ποιητων που πεθαναν προσπαθωντας να την αγγιξουν πριν χαθει και παρει μαζι της αυτον τον τοπο. Και ειναι μαυρος και κρυος. Aλλα ετσι δεν ηταν κι αυτο που καποτε ειπες σπιτι; Γεφυρες αναστεναγμων που κρυβουν μεσα τους μυθους μιας αλλης εποχης οπου οι δρακοι ηταν οι μονοι σου φοβοι μες το σκοτος και η μαγεια εφικτη μες απο τα αναθυμιασματα αλχημιστων της υπαρξης. Εκτασεις καταπρασινης βουβης περισυλλογης και μια βαρια ανασα. Γυρνας. Μια φιγουρα στεκεται εκει που πριν ενα λεπτο εβλεπες ολο τον Χρονο. Ματια θολα και σκοτεινα.Το ξερεις ηδη πριν μιλησει.Αν δεν ξεφυγεις απο δω γινεσαι ενα με την ληθη.Χανεις τα λογια σου στο προσωπο μιας αληθειας και το χαμογελο σου κρυβει ψεμα.Εφτασες στον πατο για να βρεις την ετυχια να σε περιμενει εκει που ηταν παντα. Διπλα σου.Δειλε.Γυρνα πισω. Στο φως που παντα ξημερωνει αλλα διαλεγεις να σαι αλλου.Θυμασε εκεινο το βραδυ; Ηθελες να μιλησεις αλλα δεν μπορουσες. Ηθελες να πας αλλα φοβοσουν να το πεις.Τα λαθη λενε δημιοργουν τειχη. Κι ομως σε φωναξε. Στο χα πει ειναι αργα. Δεν με ακουσες. Ψελλισες κατι για αναγκη, τρυφεροτητα, αγαπη και εφυγες στο πληθος.Σε εχαριστω που δεν με ακουσες.

Σάββατο 14 Αυγούστου 2010

Υφάσματα


Και δεν χωράμε σε καμία χωροχρονική πατρίδα.Καμία ανάγκη δεν βεβήλωσε την σκέψη απέιρων κυτταρικών αναταράξεων ύλης που σαπίζει μες την ηρεμία μιας κακόγουστης καταιγιστικής τελετής από δημιουργίες κοινότυπων κουρελιών ξεσκισμένων εξ ύφανσης μες το άπειρο του τίποτα. Φοβάμαι τα μάτια σου όταν παίρνουν κάτι από την φλόγα. Απελπισία μιας ύπαρξης κενής μες σε ξεφτίσματα παραγκωνισμένων ονείρων που πνιγήκαν από πρόσκαιρες βεβαιώσεις στιγμιαίων θανάτων. Πορτρέτα βίαια γαλήνιων κεκαλυμένων χρησμών που λεν πως δίκαια ξεσκίστηκε από πάνω σου η ελπίδα.Θέλω να πεθάνω στην αγκαλιά μιας ατελείωτης σιωπής που καταδυναστεύει τον ύπνο μου.Τα όνειρα της εξιλέωσης δεν ήρθαν και πασχίζουμε να βρούμε την ανάσα μέσα από λάθη τόσο τραγικά όσο η ύπαρξη. Πώς άντεξα την ταυτότητα χλωμού κελιού γλυκιάς συναισθησίας μέσα από τύψεις ξεχασμένων ευχών που σχίζουν τα σωθικά από επιθυμία; Νήματα ξένα,όχι της δικής σου της ζωής μα κάποιου άλλου που μονίμως πλησιάζει μα δεν τον είδες.Είχε την όψη του καθρέφτη,όπου κάποιο μίσος τον αναγκασε να ζήσει τις χειρότερες στιγμές του.Κι είναι βαρύς,ασήκωτος σαν βράχος στο λαιμό πνιχτών καυγών μες το σκοτάδι.Ακόλαστο ξέφτισμα νημάτων που κόβεις με τα νύχια μήπως και σε προλάβει ο ήλιος.Βιάσου.

Τρίτη 1 Ιουνίου 2010

Κοίτα στα μάτια

Και ξέρεις? Έχω πρόβλημα με το λίγο.Δεν μπορώ τους μίζερους ανθρώπους.Αυτούς που γελάνε λίγο αγαπάνε λίγο ζούνε λίγο.Ζείς μια φορά.Ζήσε στα όρια.Δώσε αλλά μην ξεχάσεις ποτέ να πάρεις και κάτι για τον εαυτό σου. Τι φοβάσαι? Δώσε τα πάντα σαν να μην έχεις τίποτα να χάσεις, κι όταν τα χάσεις όλα χαμογέλα γιατί εσύ θα χεις κερδίσει.Και έχεις κερδίσει ράματα χιλιάδες.

Και βρίσκω πάλι τον εαυτό μου να ξεσπά στο χαρτί. Συνηθισμένο το χέρι να φωνάζει αυτά που δεν μπορεί η γλώσσα.Με ξεκουφαίνουν κραυγές που δεν έβγαλα ποτέ. Δεν διάλεξα την σιωπή, αυτή με διάλεξε. Με φίμωσαν ξανά και ξανά τόσες φορές που φοβάμαι να μιλήσω.Και όταν μιλώ κάθε μου λέξη επιστρέφει σαν μαχαίρι. Κι όμως θέλω να μιλήσω.Άκουσε με.Κι αν δεν ακούς τα λόγια μου γιατί έχω ξεχάσει πια να ζω, δες με στα μάτια.Ποιο ψέμα μας δένει ξανά?

CO2


Μια μελωδία απλώνεται στην πόλη των νεκρών μέσα από εκφάνσεις άρρωστες ψυχοτρόπων βημάτων από ζευγάρια που τα μάτια τους τρέμουν να αναγνωρίσουν ρομαντικά μουδιασμένες ξυλοφωνικές στιγμές πορφυρόκτιστων στρωμάτων μέσα απο μια πόλκα αμείλικτη που ξεσκεπάζει την ψυχή σου.Κι είναι παγίδα η ελευθερία σε ένα κηνυγητό μόνιμα να ξεφύγεις από το "κάτι" φυλακίζοντας τον εαυτό σου στην πορεία σε χιλιάδες νεοσύστατους τρόπους υποδούλωσης.Και λικνίζεις τα γυμνά σου πόδια στο αλάτι, μοναδικοί χορεύτες με προδιαγραφές εκατομμυρίων θανάτων που ζουν για να σου δειχνουν πως είσαι άνθρωπος.Φωσφορικά φιλιά ονείρων όπου πεθάναν μεσα σε σκέψεις χαραμισμένες μες τα χάπια υποσχέσεων που σου δώσαν πριν μάθεις το αντίτιμο. Σταματας να νιώθεις την επιθυμία παρά μόνο το άγγιγμα μπουκαλιών που ψυχοραγούν σε ξύλινα πατώματα πεσμένων απ τον θρόνο τους αγγέλων που αρνηθήκαν την ζωή για χάρη μουσών με πέπλα από δανδέλα και μετάξι,νωχελικές και σαρκοβόρες.Η τρικυμία της ζάλης που σε ρίχνει στα πόδια σου στην μέση ενός κυκλώνα που σε τραβάει στο τέλος ενώ ποτέ δεν είδες την αρχή. Και μεις εκθέματα σε ένα βωμό αποσύνθεσης της σκέψης να τρέχουμε πίσω από εκπνοές αναζητώντας την ύστατη.




*Η εκπνοή είναι μια λειτουργία της αναπνοής μαζί με την εισπνοή.Κατά την εκπνοή ο αέρας βγαίνει έξω από το σώμα μας αφού οι κυψελίδες πάρουν το οξυγόνο που χρειάζονται και αποβάλλουν το διοξείδιο του άνθρακα.

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Κουρέλια


Ζεις το σήμερα με την ελπίδα να κερδίσεις το αύριο.Κομμάτια καρφωμένα σε κολάζ από στάσεις σε ένα κυκλικό ταξίδι που πάει μόνο ευθεία.Ο διαβήτης θα κάνει πολλές στροφές πριν κλείσει. Μα με δυο κινούμενα πόδια δεν ανθίζει τίποτα παρά κουρελιασμένες εκφάνσεις στιβαγμένων ονείρων, απρόσιτων και παράξενων και οι πυξίδες έχουν κολλήσει στις κρύες νύχτες κάποιου βορεινού Γενάρη.Διαλείμματα απ την ζωή.Ένας χρόνος, δύο..Κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας ότι άμα κρατιόμαστε αρκετά δυνατά η κλωστή δεν θα σπάσει. Όπως τότε που χα πει πως πρέπει να φύγω και με έσφιξες τόσο σφιχτά σαν να θελες εκείνη την στιγμή να γίνουμε ένα και οι αναπνοές μας σχεδόν το χαν καταφέρει.Γύρισα το βλέμμα να μην με δεις να δακρύζω και με κράτισες ακόμη πιο κοντά λες και η ζωή σου εξαρτιόταν απ αυτό. Ξανακύλισα.

Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

7-12-08


Και βλέπεις την ζώη σου όλη να περνά σε άσπρο τείχο σαν ταινία.Και βλέπεις εκεί πιο καθαρά πράγματα ανθρώπους καταστάσεις.Κι ο τείχος μπρος σου παίρνει μορφή.σε κρίνει σαν πατέρας.Μιας χαμένης κι άχαρης ζωής,μιας μαναξιάς ανείπωτης θαρρείς κριτής, μα στήριγμα για όταν θα ξεσπάσεις.Ώρες ατέλειωτες εκεί εναποθέτεις την ψυχή σου,ώρες που κλείνουν μέσα τους κάτι από την οργή σου.Δεν θα τελειώσει έτσι.Θα αποδράσεις.Το φως σε περιμένει στην γωνία.Μα το σκοτάδι αυτό δεν θα ξεχάσεις.Αιώνια για σένα τιμωρία.Και βάλσαμο.Για κάθε απόφαση δύσκολη που θα κληθείς να πάρεις, για κάθε αδύναμη στιγμή που πίσω εκεί σε φέρνει.Κι όταν από την μάχη δαύτη κουραστείς κι αποκαμωμένος γείρεις,ξέρεις θα σε σκεπάσει μες την νύχτα σαν παιδί όποιος κουράγιο δίνεις.Και κρύβοντας το δάκρυ σου στην άβυσσο του ύπνου,διαλείμματα κάνεις απ την ζώη ώσπου να ξημερώσει.Γιατί κι η γάτα στο κλουβί θηρίο μοιάζει,αγρίμι ανήμερο..χαράζεται, χαράζει..νύχια σπασμένα,παραιτήται.. αργοπεθαίνει,μα η τελευταία της πνοή καινούργια ελπίδα. Δεν τελειώνει έτσι η ζώη,άπλα μικραίνει. Δεν θα τελειώσω έτσι και γω.Απλά θα φύγω. Μια καινούργια μέρα κάπου περιμένει...

Εθισμός

Κρυσταλλική όψη μιας αναγκαιότητας θολής, ενός εθισμού που θα πρεπε να χε πνιγεί από την γέννα του. Ξεφεύγεις και ακόμα πάλι ο οργανισμός σου ώρες ώρες το αποζήτα, γλυκιά η μέθη του χαμού του...μαζί του θα χανόσουνα στις πιο βαθιές αβύσσους,ανώριμα ώριμες ματιές που καιν τα σωθικά σου,πάθη που δεν γνωρίζουνε όρια και κανόνες.Όταν το λάθος γίνεται σωστό και αντίρρηση δεν φέρεις ξέρεις εσύ είσαι ο νικητής, ο χαμένος, ο δεσμώτης, το κοράκι.
Κι είπες ποτέ ξανά.Κι είπες έχω κάνει βήματά μπροστά.Κι είπες ξέχασα.Κι είπες πολλά...
...
---------------------------------------

Ζούμε στην γένια του prozac, αλλά αυτό που μας σκοτώνει είναι τα ίδια μας τα όνειρά.Πως καταφέραμε να φτάσουμε στο σημείο που είναι επικίνδυνο το να ονειρεύεσαι?Να ελπίζεις?Να ζεις,να γέλας, να απογοητεύεσαι, να ξαναρχίζεις, να ξαναπέφτεις?Θέλουμε ζωές άπλες.Διλήμματα δεν χωράν στην κενή υπαρξή μας.Χάσαμε την ικανότητα μας να αισθανόμαστε.Φοβόμαστε κάθε ανθρώπινη ιδιότητα μας.Κλεισμένοι σε χρυσοποίκιλτα κλουβιά φτιαγμένα από μας τους ίδιους.

Κι είναι κελί η μοναξιά, συνταξιδιώτης.Γιατί οι άνθρωποι που ζουν, αυτοί πεθαίνουν.Κι άμα τύχει θα τους δεις να αυτοκτωνούν,την ανία της ζωής αν δεν αντέξουν.Άνθρωποι που αν τους φυλακίσεις αργοπεθαίνουν.Η αδρεναλίνη η τροφή και το νερό τους.Μες την φωτιά οι μονοί που παλεύουν.Και μακαρίζουν κάθε έγκαυμά τους.Κι όταν δύο φλόγες σαν αυτές συναντιθούν από την έκρηξη ποτέ δεν επιζούνε.

--------------------

Σαν το νερό με την φωτιά...με σκοτώνεις σκοτώνοντας σε.

Μούδιασμα

Άσε τον κόσμο να μουδιάσει στα ακροδάχτυλα της νύχτας και την μορφή μας να γεράσει όταν θα έρθει το πρωί.
Νεκρές εικόνες αυτοπροβαλόμενης ικανοποίησης αναζητούν εμπνευστή στην φωνή σου,που οι παλμοί της αγγίζουν με χτύπους τόσο κέρινους τις μελανές ιδέες αρρωστημένων από σύννεφα καιρών,χαιρέκακων,καχεκτικών και φιλολάγνων.
Άσε με να γεράσω από τις εικόνες μιας ζωής που νόμιζα θα ξεπεράσω.Μα οι ασπρόμαυρες ταινίες μένουν αναλλοίωτες στον χρόνο,σαν είδωλα απαγορευμένα παγανιστικών θεών.

Όπου χρώμα δεν υπάρχει δεν μπορεί να ξεθοριάσει.

Όπιο και Μέλι

Κύματα απροσανατολισμένης αθωότητας που ξεγλιστρούν πίσω από συννεφιασμένα βλέμματα. Ανδρίκελα ενός εαύτου που δεν γνωρίζει την αμφιβολία μοναχά την βιώνει. Σοβαροφάνειας πέπλο, η αλαζονεία της φαιδρότητας, κι όλο αυτό εσύ. Κερματισμένες ανάσες που βγαίνουν πνιχτές. Ανίερες εικόνες σακατεμένων ουρανών που το ευήμερο κράτισε χρόνια ζωντανεύουν. Υπόκωφα γέλια λάγνων καιρών που πλανέυουν ακόμη και τα αυτιά που ξέρουν να αφουγκράζονται. Γέρασες περιμένοντας να ζήσεις. Ξεχάστηκες, και τώρα στην θέα του καθρέφτη απορείς.

Γιατί?

Παγωμένα χέρια, ασταθή, με την βεβιασμένη σιγουριά που δίνουν οι τελευταίοι κόκκοι μιας κλεψύδρας γατζώνονται σε αόρατα δίχτυα ασφάλειάς. Φυσαλίδες ζωής δείχνουν τον δρόμο μιας ασφαλούς επιστροφής. Μοναδικό εμπόδιο η λήθη που σ' αναγκάζει στο ίδιο να γυρίζεις σταυροδρόμι, κι ο υποβολέας που κάποτε ονόμασες συνείδηση σωπαίνει. Κρυσφύγετο τα βράδια μία αγκαλιά, σε αλλά μάτια να κρύψεις τα δικά σου. Από τις αλάνες μιας κατεστραμένης παιδικότητας στους τσιμεντόλιθους μιας άγονης εφηβείας, άπλα και μόνο για να φτάσεις να απορείς αν όντως μετράει περισσότερο το ταξίδι από την λύτρωση του προορισμού.

Οριακές αποδράσεις βασιζόμενες σε ρίσκα τόσο αναξιόπιστα όσο εσύ ο ίδιος. Και μπροστά στο πρόσωπο της τρέλας ρίχνεσαι με μανία που αγγίζει τα όρια της παράνοιας, μιας παράνοιας ξαναμένης από προσποιητούς αναστεναγμούς πανομοιότυπων φωνών μες το μυαλό σου που κραυγάζουν. Ξοφλιμένα σχεδία πεθαίνουν στην γέννησή τους, παραμορφωμένα και τερατώδη για το φως αυτού του κόσμου. Μα για τα τεκνά τα νεκρά σου δεν θρηνείς, τα κρύβεις. Όπως και τα παιχνίδια του μυαλού σου στο χαρτί. Κι όσα δεν του πες δεν κατάλαβε ποτέ.

Κιτρινισμένα ακροδάχτυλα που ψιλαφούν σάρκες λευκές, νυκτολούλουδα που τα πέταλα τους μαραμένα πλέον μαρτυρούν περασμένα μεγαλεία και τώρα σάβανο μιας στεγνωμένης ψυχής που απόκαμε και γέρνοντας στον ωμό του εναποθέτει εκεί όνειρά και ελπίδες. Και έπειτα δαγκώνοντας τα χείλη πάλι φεύγει. Κυνηγιμένος δραπέτης με τάσεις επιστροφής. Στ' αλήθεια κλέβεις αυτό που δεν έχεις ή αυτό που δεν φτάνεις? Το κύμα ξέβρασε φωτιά. Κρατά με λίγο ακόμη.

----

Μαριναρισμένες αντιλήψεις με ιδέες σκονισμένες πολιορκούν άφταστα όνειρά. Κι αυτά στα χαρακώματα γέλουν με μένος και θεριεύουν.

Άμμος

Πικρόχολοι κόκκοι άμμου που διαβρώνουν λυσσαλαία εικόνες πλασματικής ηρεμίας φτιαγμένης από ανθυποβαλόμενες δόσεις κλεμμένης ζωής. Σταυροδρόμι που διασχίζεις με μάτια δεμένα από ανασφάλειες και φόβους που ερωτικά σου γνέφουν στον γκρεμό. Σαν την ζέση μιας πληρωμένης αγκαλιάς πιο αληθινής από κάθε ανθρώπινό δεσμό ευήμερο, καχεκτικό, εγωιστικά πλασμένο. Κι ύστερα χάθηκε. Ζαλάδα χιλίων αναλγητικών, η ελαφρότητα της εύκολης φυγής των αυτοκαταστροφικών πρωινών της ζωής σου που πρόλαβαν να γίνουν βράδια γιατί δείλιασες.Το μειδίαμα του αντικατοπτρισμού πιο προφανές χλευάζει μορφασμούς του αύριο και σαγηνεύεσαι βλέποντάς μες την μορφή σου την μορφή του.

Είναι της θολούρας η καθαρότητα που σε αφοπλίζει αφήνοντάς την σιωπή μοναδικό ομιλητή σε παράσταση ενός στασίμου. Κι είναι το τρακ μπρος στο κοινό που παραλύει.Χαμένα λογία σε παράσταση βουβή όπου επαναλαμβάνεται μία πρόταση μοναχά χωρίς ποτέ να ειπωθεί.

Καρέ ταινίας από αλλιωμένο φιλμ που ξεθοριάζει κάθε φορά που ξαναπαίζει,κομμένο και ραμμένο από ηλιόλουστες μέρες ζοφερών υποσείδητων ορμών προσκολλημένων σε αερόσακους που ανοίξαν πριν βάλεις την ζώνη και σε σκότωσαν.

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

Της R'lyeh τείχη

Δεν ξέρω πως να το αρχίσω.Το μόνο που ξέρω να γράφω είναι ακατανόητα συντεριασμένες λέξεις που προσπαθούν μάταια να περιγράψουν ένα χάος συναισθημάτων σκέψεων και φόβων τόσο προσκολλημένων στο υποσυνείδητο μου που κάθε φορά που προσπαθώ βγαίνουν πνιχτά,σχεδόν κωμικά αντίτυπα αυτών που αρχικά σκεφτόμουν.

Αλλά η προσπάθεια μετράει έτσι?

Τι νόημα έχει να σου πω πως έχεις δίκιο.Δεν θα αλλάξει κάτι.Το να απευθυνθώ στον εγωισμό σου καταδεινύοντας το λάθος μου το μόνο που αποδεικνύει είναι ποσό απελπισμένα το έχω ανάγκη.

Φοβάμαι τρέμω και απομακρύνομαι από άτομα και καταστάσεις που δεν ελένχω.Στο χα πει.Με τρομάζεις.Έφτιαξα ένα ασφαλές καταφύγιο,αναπαύθηκα σε αυτό γιατί έτσι πίστευα πως διατηρούσα μία ισορροπία.Ναι το χα σκεφτεί χιλιάδες φορές.Έπαιζα με την σκέψη όπως ο ασθενής με την μορφίνη.Με κάθε δόση μεγαλώνει η ανάγκη.Σπασμωδικές κινήσεις fφυγής που με φέρνουν γονατιστή στα ποδιά της.Κι όσο λέω φεύγω τόσο εκείνη με κρατάει,από δικό της εγωισμό,γιατί δεν ξέρει αν θέλει να φυλακίσει το μυαλό μου ή έμενα.

Τείχη κυκλώπεια, της R'lyeh τείχη όπου κοιμούνται άγνωστες πτυχές ανακατασκευασμένων από την φαντασία ξαναζεσταμένων ωρών.

Δεν σε άφησα εγώ να μπεις.Μπήκες.Βρες την έξοδο μονός... Η μείνε...

Μείνε.

Η κακή αρχή είναι το ήμιση του τίποτα

Το να αγαπάς δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία απλή διαφωνία μέσα σε δύο χρώματα.Είναι όταν κάτι είναι μαύρο,ξέρεις ότι είναι μαύρο,αλλά επιμένεις να το βλέπεις άσπρο.Και όσο λογικά κι αν σου εξηγήσει κάποιος ότι αυτό είναι μαύρο εσύ να κοιτάς το μαύρο και να λες..μα δεν είναι άσπρο;Γιατί δεν είναι δυνατόν να ναι κάτι διαφορετικό από άσπρο κι ας είναι μαύρο.Και να εκνευρίζεσαι με όσους το λένε μαύρο γιατί είναι άσπρο το μαύρο σου και δεν θα μπορούσε να ναι τίποτα άλλο γιατί εσύ ξέρεις καλύτερα ότι το μαύρο είναι στ' αλήθεια άσπρο κι ας είναι μαύρο.Και άντε να κάνεις μία παραχώριση και να βάλεις λίγο γκρι.Δεν παύει να μην έχει χάσει το άσπρο του.Οπότε για κανένα λόγο δεν παύει να λέγεται ακόμη άσπρο και όχι μαύρο. Κι αν είναι στ' αλήθεια μαύρο γιατί έχει τα χαρακτηριστικά του άσπρου?Γιατί αν δεν ήταν άσπρο ποιος ο λόγος να επιμένουν τα μάτια σου να το βλέπουν άσπρο.Τέλος.Είναι άσπρο το μαύρο.Γιατί μπορεί να ναι μαύρο αλλά εσύ ξέρεις πως στ αλήθεια ήθελε να ναι άσπρο.Δεν θα σε πείσει κάνεις πως το μαύρο δεν είναι άσπρο.Αυτοί δεν το βλέπουν. Μα είναι άσπρο δεν το βλέπεις?

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

Περσέπολις

Περσέπολις συναισθημάτων και αναμνήσεων μιας τραγικά διασκορπισμένης εφηβείας, καλομελετημένες εκφάνσεις αγγελικής συνύπαρξης με σένα σε ένα πολύβουο πλήθος του ενός. Καταραμένα πρωινά της ύπαρξης που κυνηγάνε σκοτωμένα περιστέρια αστράφτουν λέγοντας τραγουδιστά σκοπούς οικείους. Απεργοί μιας κινησιεργής ορμής μέσα σε όνειρα θεσπέσιας κατατονίας, γιατί είναι η σχιζοφρένεια φίλος και συνοδοιπόρος στα λιμασμένα βράδια τραγελαφικών διαδρόμων αχαρακτήριστων ανώριμων λεκέδων στο χαρτί που λες ψυχή. Και καρφώνεσαι σε πασάλους αληθείας και ψέματος, πάντα στο ενδιάμεσο κανονισμένων αναγκών που ξεμακραίνουν.Της αλλωτρίωσης τα μάτια μην κοιτάς.σαν την μέδουσα εσένα περιμένουν.

Στάζει η μπογιά του πιερότου, Κ μες τα χρώματα προβάλει το δικό του.άτονο,χλωμό και κρύο σαν τον καθρέφτη της δίκης του της ζωής. Είναι θαρείς σαν να τον ξέρω αυτόν τον κλόουν,κάπου σε μία προηγούμενη ζώη. Αντανακλάσεις χειμωνιάτικων δειλινών μέσα στα μάτια του, και θαλασσών που δεν γνωρίζουν νινεμία. Αντικατοπτρισμοί που δημιουργήθηκαν απ' ένα δάκρυ που έχει κολλήσει στην γωνία.

Διασκεδασμένα λείψανα θάρρους που δεν χρησιμοποιήθηκε λόγο δειλίας. Φόβοι που δεν ειπόθηκαν μα έμειναν μία σκέψη.Φτερούγισμα που έγινε τρέμουλο κι ύστερα πέρασε στο υποσυνείδητο ως λάθος.Και μία αγάπη που έμεινε στο χαρτί γιατί τα λογία και οι πράξεις κοστίζουν και είναι δύσκολα.

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Κολάσεις

Έγινες αυτό που μισείς και από τα κομμάτια του ξεχασμένου σου προσώπου ένας θρήνος καθησυχάζει το όραμα μιας νέας αρχής. Επτασφάλιστη φοβία μιας θύμισης, κένη βεβαίωση πως είναι γλυκιά η λησμονιά και αργός θάνατος η σκέψη. Και η ζωή που δίνει μια λέξη όταν παίρνει μορφή είναι βάσανο όταν δεν βρίσκει δέκτη. Δεν ζεις μια ζωή σαν καλοσχηματισμένο γύρισμα με εκκεντικό σκηνοθέτη. Ζείς μια ζωή μες τα χαλάσματα αυτής της ταινίας ως κομπάρσος ή απλός κασκαντέρ. Κοιμάσαι, ξυπνλας διερωτάσαι. Σκέφτεσαι άρα υπάρχεις; Ή υπάρχεις επειδή ξέρουν οι άλλοι πως σκέφτεσαι; Πρόσωπα καλυμμένα φανερώνουν κολάσεις. Δεν ζουν οι νεκροί απλά υπάρχουν. Όπως αυτά που θάβεις. Αρτιμελείς εκθέσεις κανιβαλιστικών αναταράξεων ψυχής που φεύγει μα ακόμη δεν έφυγε. Καραμέλες στα στόματα αισχρουργών παλιάτσων που κατακρεουργούν την συνείδηση του εγώ μέσα από ξεπεσμένες αντανακλάσεις παλαιομοδίτικων καθοσπρεπισμών που σε κάναν να κλείσεις το στόμα και να κατεβάσεις το βλέμμα την ίδια ώρα που ένα βδελυρό μειδίαμα καταλάγιασε στον κόρφο σου. Τρεμουλιαστή παρωδία όπου μόνιμο θέμα είναι τρείς λέξεις που δεν λέγονται, και συγκαταβατικά σωπαινεις. Άδειασες από ζωή γιατί η πηγή είναι μακριά και άδειασε κι αύτη χωρίς εσένα. Στυφό νερό, στυφά όνειρα. Προσπάθισε να την κρατίσεις και θα ναι σαν να κρατάς νερό, άσε ην να φύγει και θα στερέψει για να μοιάσει στην διασπασμένη φύση σου. Κομμάτι σου, κομμάτι της, ζωή από την ζωή της. Αγκαλιά που έγινε θηλιά και αγκάθι που ανθίζει τον χειμώνα. Κράτα την ελπίδα σου κρυφή και άσε την θλίψη να σκορπίσει. Όσα ο αέρας παίρνει φτέρα που σε παίρνουν μαζί τους. Μοναξιές μονάδων του ενός κατανεμιμένες σε πλήθη. Χτύποι που σταμάτισαν καρδιές όπως λόγια που είπες δίχως σκέψη και φτερουγίσματα που δεν ένιωσες γιατί στερίθηκες της ευκαιρίας να πετάξεις. Περιστεριών λευκές αχτίδες ονειρικών αντανακλάσεων φυλακίζουν τις αισθήσεις κι είναι η φυγή παραίσθηση.

Ξεπούλημα

Kελιά ξαναζεσταμένης ορμής που η ένταση μένει μόνο στα μάτια και χαράζουν μάσκες ανωριμότητας σε σώματα λεπίδες.Ψέματα που λες για να πιστέψεις εσύ ο ίδιος εκλογικεύοντας την αλήθεια τους που πάντα μένει μισή. Ζεστή η ανάσα της καρδιάς που χει παγώσει στο σφιχταγκάλιασμα ψυχών που μελανιάζουν στο άγγιγμα και η επαφή πονάει. Καταχνιά μελανχολικών πρωινών που δεν θυμάσαι να χεις ζήσει μες τα κομμάτια μιας ζωής που αργοπεθαίνει. Θύμισες φευγαλαίες μιας δίνης με ατελείωτες στάσεις και η δίψα σου για το αύριο ακόρεστο κατάλοιπο ερήμου.Ζυμώσεις κατευνασμένης αθωότητας στο κοκκίνισμα μιας φωνής που τέμει και τρεμοσβήνοντας βάφει κόκκινες τις παρυφές σακατεμένων ύπνων. Κλείσε την ένταση από τις σκέψεις σου και άσε τις να φύγουν στα ψυχοφθόρα αναστενάγματα μιας τρέλας. Απαντήματα αναμνήσεων κέρινων που πλάθουν κρύα χέρια στα ξεκοιλιάσματα συναισθηματισμών που κωλυσιεργούν για να μην νιώσεις μίσος. Είναι φτηνή η ζωή μας φίλε.